ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ Η ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;

Τον τελευταίο καιρό γίνεται πολλή συζήτηση σχετικά με την αξιολόγηση. Συγκεκριμένα το καλοκαίρι που πέρασε, κατατέθηκε και ψηφίστηκε στο θερινό τμήμα της βουλής το νομοσχέδιο για την αξιολόγηση, το συμπλήρωμα διπλώματος και τις διδακτικές μονάδες. Περί τίνος όμως πρόκειται πραγματικά; Στο κείμενο αυτό λοιπόν θα επιχειρήσουμε μια ψύχραιμη ανάλυση της κατάστασης.

Καταρχάς, ο νόμος  για την αξιολόγηση δεν έχει σκοπό να ελέγξει και να αξιολογήσει τους καθηγητές που δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους, όπως διατείνεται η υπουργός παιδείας. Πιο συγκεκριμένα, ορίζει ένα ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου της λειτουργίας των πανεπιστημίων. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το ΥΠΕΠΘ ισχυρίζεται ότι η αξιολόγηση δε θα έχει ποινολογικό και επιπληκτικό χαρακτήρα. Αυτό, αφενός μεν δεν διασφαλίζεται στο νομοσχέδιο, αφετέρου δε καταρρίπτεται πανηγυρικά από τη δήλωση της υπουργού σε συνέντευξή της ότι «χωρίς αξιολόγηση δεν έχει λεφτά». Απ’ ότι φαίνεται η αξιολόγηση θα συνδέεται με τη χρηματοδότηση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων: όποιο ίδρυμα δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του υπουργείου παιδείας θα τιμωρείται με μείωση της χρηματοδότησης προς αυτό, κάτι που καταργεί άμεσα τον αυτόνομο εκπαιδευτικό ρόλο των πανεπιστημίων.

Προς αυτή την κατεύθυνση λειτουργεί συνολικά η αξιολόγηση.Ο νόμος αναφέρει ότι όλη η διαδικασία θα επιβλέπεται και καθορίζεται από μια εξωτερική αρχή αποτελούμενη από εξωπανεπιστημιακούς παράγοντες (τεχνοκράτες-εμπειρογνώμονες,managers κλπ). Η ακαδημαϊκή κοινότητα, δηλαδή το σώμα των φοιτητών και των καθηγητών, δεν προβλέπεται γενικά να μετέχει και όπου προβλέπεται, ορίζεται μονομελής ή ολιγομελής εκπροσώπησή της. Με εντυπωσιακό τρόπο παρακάμπτονται τα αμεσοδημοκρατικά και δημοκρατικά εκλεγμένα όργανα της ακαδημαϊκής κοινότητας όπως η γενική συνέλευση των φοιτητών, που είναι και τα ουσιαστικά αρμόδια όργανα. Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι η ΠΟΣΔΕΠ, το συνδικαλιστικό όργανο των καθηγητών, δεν προβλέπεται να συμμετέχει πουθενά στην αξιολογητική διαδικασία. Γιατί άραγε…;

 Έπειτα, τα κριτήρια παραμένουν ασαφή. Το νομοσχέδιο αναφέρει ότι θα είναι αντικειμενικά και θα αντλούνται από τη διεθνή πείρα και εμπειρία. Τα κριτήρια όμως δεν μπορούν παρά να είναι υποκειμενικά, καθώς εξαρτώνται άμεσα και επικαθορίζονται από την πολιτική και θεωρητική αντίληψη της εκάστοτε κυβέρνησης για την εκπαίδευση: τη νεοφιλελεύθερη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Από την άλλη, η διεθνής πείρα και εμπειρία δείχνει ότι όπου εφαρμόστηκε η αξιολόγηση είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σχολών ελίτ και την υποβάθμιση ή και το κλείσιμο πολλών άλλων.

Το υπουργείο παιδείας ωστόσο μας διαβεβαιώνει ότι δεν θα υπάρξει κατάταξη και κατηγοριοποίηση των πανεπιστημίων με την αξιολογητική διαδικασία. Αναρωτιόμαστε λοιπόν τι νόημα θα έχει η δημοσιοποίηση της λίστας των ιδρυμάτων με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης.

Βέβαια, μας λένε ότι η αξιολόγηση έχει σκοπό να βελτιώσει το παρεχόμενο εκπαιδευτικό έργο και την υλικοτεχνική υποδομή των πανεπιστημίων. Όμως, την ίδια ώρα υποχρηματοδοτούν την παιδεία με 3,65% επί του ΑΕΠ, το χαμηλότερο ποσοστό των τελευταίων ετών (έναντι 5% που ήταν η προεκλογική δέσμευση) και ιδρύουν σε όλη τη χώρα τμήματα χωρίς υποδομές, επιστημονικό αντικείμενο και το απαραίτητο διδακτικό προσωπικό (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Τρίπολη, όπου υπάρχει μόλις ένα μέλος ΔΕΠ για όλα τα τμήματα της πόλης)

Όσον αφορά στο παράρτημα διπλώματος και στις διδακτικές μονάδες (credits) μπορούμε να πούμε ένα πράγμα: η όλη διαδικασία με την αντιστοίχηση των μαθημάτων σε credits, και τον καθορισμό ενός ελάχιστου αριθμού credits που θα απαιτείται για τη λήψη πτυχίου, αφενός θα εισάγει τους φοιτητές σ’ ένα αέναο κυνήγι των μαθημάτων με τις περισσότερες  διδακτικές μονάδες εις βάρος τελικά του περιεχομένου του κάθε μαθήματος και αφετέρου θα οδηγήσει στην εξατομίκευση του πτυχίου. Αυτό ακριβώς ενισχύεται και από το παράρτημα διπλώματος. Το τελικό αποτέλεσμα; Μετατροπή των σπουδών σε ατομική υπόθεση και απώλεια κάθε δυνατότητας διαπραγμάτευσης και διεκδίκησης συλλογικών επαγγελματικών και εργασιακών δικαιωμάτων.

ΤΕΛΙΚΑ η αξιολόγηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο μηχανισμός για να πείσει τα πανεπιστήμια να συμμορφωθούν με τις νεοφιλελεύθερες επιλογές για την εκπαίδευση: εναρμόνιση με την αγορά, εγκατάλειψη της επιστήμης και της κριτικής σκέψης, σπάσιμο των ενιαίων πτυχίων, κατάργηση των συλλογικών και επαγγελματικών και εργασιακών δικαιωμάτων. Μάλιστα, ο συγκεκριμένος νόμος δεν είναι αυτοτελής αλλά έρχεται να επικυρώσει και θεσμικά τις συνολικότερες αλλαγές στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

 

ΑΠΕΝΑΝΤΙ σε όλα αυτά εμείς έχουμε να αντιπροτείνουμε: μόνος αρμόδιος για τον έλεγχο των

πανεπιστημίων και της παρεχόμενης από αυτά εκπαίδευσης είναι η ακαδημαϊκή κοινότητα (φοιτητές κ καθηγητές) και τα δημοκρατικά εκλεγμένα όργανά της (γενικές συνελεύσεις φοιτητών και μελών ΔΕΠ, όργανα συνδιοίκησης κλπ). 

 

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΦΟΡΑ ΕΜΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ 

ΟΧΙ ΣΤΗΝ «ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ»

 

ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΣΧΟΛΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

 

Ε Γ Κ Ε Λ Α Δ Ο Σ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ

Δ Ι Κ Τ Υ Ο ΑΥΤΟΝΟΜΩΝ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΩΝ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ ΣΧΗΜΑΤΩΝ