Ποιητές-Δραματουργοί

 

 

 

Από τους πολλούς ποιητές που έγραψαν για τα Μεγάλα Διονύσια,ένας από τους αρχαιότερους ήταν ο Αισχύλος (525-456 π.Χ.). Υπολογίζεται ότι έγραψε 80-90 έργα, απ'τα οποία σώζονται 7 πλήρη κείμενα και πολλά αποσπάσματα. Ένα από αυτά είναι η τριλογία Ορέστεια. Τα έργα του είναι δυνατά, μεγαλειώδη και με έξοχο στίχο.

Ο Σοφοκλής, νεώτερος του Αισχύλου, (496-406 π.Χ.), είναι ο επόμενος μεγάλος δραματουργός της Αθήνας. Έγραψε περίπου 90 έργα, από τα οποία σώζονται ακέραια 7. Τα θέματά του, αν και κοσμολογικά, είναι πιο ανθρώπινα. Η πλοκή είναι πιο σύνθετη, το χτίσιμο των χαρακτήρων του πιο λεπτό σε σχέση με αυτό των έργων του Αισχύλου, (όπως φαίνεται κυρίως την Αντιγόνη και την Ηλέκτρα).

Οι καινοτομίες του Σοφοκλή συνεχίστηκαν απ'τον νεώτερό του Ευριπίδη (484-406 π.Χ.), τον τελευταίο μεγάλο της Ελληνικής τραγωδίας. Σώζονται 18 έργα, (έγραψε περίπου 92), περιλαμβάνεται και το μοναδικό πλήρες σατυρικό δράμα που έχουμε απ'την αρχαιότητα, ο "Κύκλωψ". Τα έργα του είναι αρκετά ρεαλιστικά, όχι πια αυστηρά τραγωδίες αλλά τραγικοκωμωδίες, ακόμη και μελοδράματα. Ασχολείται περισσότερο με τα ατομικά συναισθήματα, π.χ. στη "Μήδεια" και στον "Ιππόλυτο".

Η κωμωδία έχει κύριο αντιπρόσωπο τον Αριστοφάνη (448-380 π.χ.), του οποίου τα έργα σώζονται ακέραια, (απ'τους άλλους κωμικούς δραματουργούς έχουμε μόνο αποσπάσματα). Από τα 40 έργα που πιστέυεται ότι έγραψε ο Αριστοφάνης σώζονται 11. Πολλά από αυτά παίρνουν τον τίτλο απ'τις μεταμορφώσεις χορού σε "Ιππείς", "Σφήκες", "Όρνιθες", "Νεφέλες", "Βατράχους", καθώς και η σάτιρα του συγγραφέα εκφράζεται κυρίως μέσω του χορού. Το έργο του εκφράζεται κυρίως από την ευρηματικότητα, την σάτιρα, την κριτική των προσώπων καθώς και την αθυροστομία του. Το ιδιαίτερο και πιο σημαντικό σημείο είναι η διαχρονικότητα που το χαρακτηρίζει. Εξαιτίας αυτής, οι κωμωδίες του Αριστοφάνη παίζονται μέχρι και σήμερα με μεγάλη επιτυχία, όπως οι "Βάτραχοι" και οι "Όρνιθες" στις παραστάσεις του θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν.

ΣΚΕΥΗ(ενδυματολογικό σύνολο των υποκριτών)

Οι ηθοποιοί της τραγωδίας φορούσαν μακριά ρούχα, περίτεχνα, έντονα χρωματισμένα και βαριά διακοσμημένα. Τα παπούτσια τους ήταν ψηλά (με χοντρές σόλες) και λέγονταν κόθορνοι. Στο κεφάλι είχαν ένα είδος καλύμματος, όγκος, και φορούσαν μάσκες. Ήταν φτιαγμένες από ξύλο ή φελό και έδιναν την δυνατότητα να ερμηνέυονται πολλοί ρόλοι από έναν ηθοποιό ακόμα και οι γυναικείοι, ( οι γυναίκες δεν μπορούσαν να λάβουν μέρος σε μια θεατρική παράσταση, ούτε ακόμα να την παρακολουθήσουν παρά μόνο από ειδικές θέσεις). Η κάθε μάσκα μάς έκανε φανερή την ηλικία, την κατάσταση, το συναίσθημα και το φύλο του χαρακτήρα.

Το κοστούμι της κωμωδίας ήταν πιο άνετο, έτσι ώστε ο ηθοποιός να μπορεί μέχρι και να ακροβατεί. Τα παπούτσια του ήταν μαλακές παντόφλες που λέγονταν σόκκοι, φορούσαν ένα είδος κολάν στο χρώμα του δέρματος, (αναγκαίο ιδιαίτερα στους γυναικείους ρόλους), ένα κοντό χιτώνα και ένα φαλλό από κόκκινο δέρμα. Οι μάσκες τους ανεδείκνυαν το κωμικό στοιχείο με το να είναι εκφραστικά υπερβολικές.

Στο τρίτο είδος δράματος, το σατυρικό δράμα, οι ηθοποιοί (ακόλουθοι του Διονύσου) φορούσαν μικρές γούνινες τιράντες, πάνω στις οποίες ήταν στηριγμένα ένας φαλλός και μία ουρά.

WB00823_.GIF (134 bytes)Πίσω