Νίκος Σιδέρης

 

 

 

ΧΩΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ

 

 

Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών

Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

 

Δεκέμβριος 2005

 

 

v

 

Χωρικότητα και όνειρο

 

          Ο όρος χωρικότητα σημαίνει ένα προσδιορισμό, μία ιδιότητα, μία διάσταση που αποδίδεται σε κάποιο αντικείμενο, σχέση, λειτουργία ή διεργασία και είναι συνάρτηση του χώρου.

Η θέση και η λειτουργία της χωρικότητας στο ασυνείδητο φαίνεται με ενάργεια στο πεδίο του ονείρου, που αντιπροσωπεύει την εγγύτερη υποκειμενική εμπειρία (αντίληψη και πρόσληψη) και το καλύτερο «φυσικό υπόδειγμα» ως προς τη συγκρότηση και τη λειτουργία του ασυνείδητου («βασιλική οδός προς το ασυνείδητο»). Γιατί το όνειρο δείχνει τόσο τα συστατικά του ασυνείδητου (= ίχνη της προσωπικής ιστορίας που ισοδυναμούν με ενορμητικά και επιθυμητικά επισεσημασμένες παραστάσεις πραγμάτων), όσο και τον τρόπο λειτουργίας του ασυνείδητου (= πρωτογενής διαδικασία).

 

 

Ο κώδικας της πρωτογενούς διαδικασίας

 

          Η σημειωτική λειτουργία της πρωτογενούς διαδικασίας αντιστοιχεί σε ένα κώδικα με τα εξής θεμελιώδη γνωρίσματα[1]:

1.      Τελεστικότητα: Το ασυνείδητο συντάσσει φαντασιώσεις, όπου σκηνοθετείται η επιθυμία ως πραγματοποιούμενη. Το «θέλω να συμβεί το τάδε» διατυπώνεται και εξεικονίζεται ως «συμβαίνει το τάδε». Δηλαδή, η φαντασίωση δεν περιγράφει κάτι ως σκοπούμενο, αλλά διατυπώνει το σκοπούμενο ως συντελούμενο, συμβαίνον. Συνεπώς, οι φαντασιωσικές διατυπώσεις ισοδυναμούν με τελεστικές σημειωτικές πράξεις, με την έννοια που δίνει στον όρο ο J.L. Austin[2], αντιδιαστέλλοντας το τελεστικό (performative: «Σου υπόσχομαι») από το διαπιστωτικό (constative: «Μου υποσχέθηκες»).

2.      Παραστατικότητα: Το ασυνείδητο απαρτίζεται από παραστάσεις πραγμάτων όχι από παραστάσεις λέξεων[3]. Ακόμη και οι παραστάσεις λέξεων στο ασυνείδητο έχουν υπόσταση (status) παραστάσεων πραγμάτων και μπορούν να υποβληθούν σε όλες τις αντίστοιχες επεξεργασίες: εικαστική παραμόρφωση, σύντηξη (όπως στη συμπύκνωση)... μέχρι και ακραίους χειρισμούς, όπως θρυμματισμός, κερματισμός, μερική ή ολική απόσβεση κλπ. Και γενικά, η πρωτογενής διαδικασία διατυπώνει τις φαντασιωσικές της παραγωγές ως δρώμενακαι ου δι’ απαγγελίας»).

3.      Πανσημία (= όλα σημαίνουν κάτι). Η αναλογική υπόσταση του κώδικα της πρωτογενούς διαδικασίας καθιστά σημαίνον το κάθε τι που εμφανίζεται στη σκηνή του ονείρου ή, γενικότερα, της φαντασίωσης. Ακόμη και το μεταξύ μορφών «κενό» δεν είναι το τίποτε, αλλά ένα σημαίνον κενό: Το αντίστοιχο συναντάται στην Αρχιτεκτονική ως διαλεκτική του γεμάτου και του άδειου, όπου το «άδειο» δεν είναι ανύπαρκτο, αλλά δομικό και λειτουργικό συστατικό του σχεδιασμού (και του κτίσματος). «Το μη-είναι ενός καθορισμένου είναι, είναι ένα καθορισμένο μη-είναι» (Χέγκελ παράδειγμα, το μηδέν των μαθηματικών).

Ως προς τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ ψηφιακής και αναλογικής συγκρότησης και λειτουργίας, ο Anthony Wilden[4] αντιπαραθέτει συγκριτικά το ψηφιακό και το αναλογικό επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι είναι πολύ δύσκολο ν’ αποφευχθεί η θεώρηση των όρων (λογική σύστασης διαδικασιών) σαν να ήταν «πράγματα».

Παραθέτουμε εδώ μερικές συγκριτικές δυάδες, που εικονογραφούν το νόημα και το πολύπλευρο της διάκρισης αυτής.

 

ΑΝΑΛΟΓΙΚΟ

ΨΗΦΙΑΚΟ

·         Συνεχές

Ασυνεχές

·         Κλίμακα συνεχής

Διακριτές μονάδες

·         Πλήρες

Γεμάτο τρύπες (διάτρητο)

·         Απουσία απουσίας

Περιέχει «κενά μεσοδιαστήματα»

·         Δεν περιέχει «μηδέν»

Εξαρτάται από το «μηδέν»

·         Ποσότητες θετικές, παρούσες

Θετική κι αρνητική παράσταση ποσοτήτων

·         Γραφισμοί, περιγράμματα, ρυθμοί, διαβαθμίσεις, τονισμοί

Αλφάβητο, φωνήματα

·         Απόρριψη, ακύρωση

Άρνηση

·         Απουσία αληθικών συναρτήσεων

Λογικός λογισμός

·         Διαφορά, ομοιότητα

Αντίθεση, ταυτότητα

 

4.      Οι ασυνείδητες διεργασίες δεν ενέχουν τη διάσταση της συνομιλητικότητας[5]. Λειτουργούν σύμφωνα με τη λογική μιας (σολιψιστικής) κλειστής αυτάρκειας, που την έχουμε ονομάσει «αγριότητα» (με τις συμπαραδηλώσεις της μυθικής παράστασης του αγρίου ως «χωρίς νόμο και πολιτισμό») και η οποία έχει σαν οδηγό της την ψευδαισθητική ικανοποίηση της επιθυμίας όχι το άνοιγμα στον κόσμο μέσω της συνομιλίας, του αιτήματος και της δράσης. Ο Φρόιντ χαρακτηριστικά αντιδιαστέλλει το έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου από τις «αρχαίες γλώσσες και εγγραφές [οι οποίες] πάντοτε, με οποιαδήποτε μέθοδο και με οποιαδήποτε συνδρομή, είναι φτιαγμένες για να γίνουν κατανοητές. Όμως αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό απουσιάζει στα όνειρα. Ένα όνειρο δε θέλει να πει τίποτε σε κανέναν. Δεν είναι όχημα για επικοινωνία»[6].

5.      Η ενασχόληση με το σώμα αποτελεί δεσπόζον πλαίσιο αναφοράς στις ασυνείδητες διεργασίες. Το σώμα είναι το πάθος του ονείρου και, γενικότερα, η ενορμητικά επενδυμένη εικόνα του σώματος αποτελεί οδηγό για την ασυνείδητη παράσταση και βίωση του κόσμου. Αποτελεί τον πυρήνα του φαντασιακού (δηλ. της σχέσης με το έτερο με όρους ομοίου). Σημειώνουμε το προφανές, ότι η εμπειρία του σώματος συνδέεται καίρια με την αίσθηση της χωρικότητας (αριστερά-δεξιά, μέσα-έξω, πάνω-κάτω, κοντά-μακριά, σημείο θέασης κλπ.).

6.      Οι σημειωτικοί μηχανισμοί επεξεργασίας του σημαίνοντος υλικού (= παραστάσεις πραγμάτων) στην πρωτογενή διαδικασία είναι τέσσαρες[7] οι εξής: Συμπύκνωση, μετάθεση, μέριμνα για την παραστατικότητα (πλαστική έκφραση), επικαθορισμός.

·         Κατά τη συμπύκνωση, περισσότερες της μιας παραστάσεις συγχωνεύονται (ως μορφή και ψυχική φόρτιση) σ’ ένα κοινό πλάσμα (όπως οι μικτές μορφές του ονείρου ή ο Κένταυρος, η Μέδουσα, ο Κέρβερος, ο Πήγασος...).

·         Κατά τη μετάθεση, μια παράσταση υποκαθιστά μια άλλη, στις μορφικές συντάξεις του ασυνείδητου, επιφορτιζόμενη και με την ενορμητική επένδυση και ψυχική αξία της υποκαθισταμένης («χτυπώ το σαμάρι ν’ ακούσει ο γάιδαρος», «εξ όνυχος τον λέοντα»...).

·         Κατά τον επικαθορισμό, ένα στοιχείο της ασυνείδητης σημειωτικής μορφοπραξίας αντιστοιχεί στη διασταύρωση περισσοτέρων της μιας συνειρμικών συστοιχιών, δηλαδή παραπέμπει σε περισσότερα του ενός συνειρμικά πλέγματα (ο Κένταυρος θα μπορούσε να παραπέμπει ταυτόχρονα, στην ίδια συνάφεια: στον Χείρωνα ως ιατή, στον Νέσσο ως φονέα, στον «Κένταυρο που πεθαίνει» του de Chirico, «στο Πήλιο, μέσα στις καστανιές» του Γ. Σεφέρη, σε μια εκδρομή στο Πήλιο, σ’ ένα σχέδιο ερώτων με φόντο το Πήλιο κλπ. χώρια από τα μύρια όσα λεκτικά και φωνηματικά παιχνίδια...).

·         Πλαστική έκφραση σημαίνει έκφραση μέσω παραστατικών-εικονιστικών (figurative) μορφών, με τους τρόπους της εικαστικής έκφρασης[8]. Ο Φρόιντ αναφέρει χαρακτηριστικά[9]:

«Έχουμε εδώ ένα νέο τύπο σχέσης μεταξύ έκδηλου και λανθάνοντος ονειρικού στοιχείου. Το πρώτο [...] είναι μια (ανα)παράσταση του δεύτερου, μια πλαστική, συγκεκριμένη απεικόνιση (portrayal, στην S.E.), που έχει ως αφετηρία της τη λεκτική διατύπωση. [...] Πρόκειται κι εδώ για παραμόρφωση, γιατί έχουμε από καιρό λησμονήσει από ποιά συγκεκριμένη εικόνα γεννήθηκε (originated, στην S.E.) η λέξη  και γι’ αυτό αδυνατούμε να την αναγνωρίσουμε όταν αντικαθίσταται από την εικόνα» (υπογραμμίσεις δικές μου Ν.Σ.).

Σημειώνεται ότι οι εκφραστικοί και αφηγηματικοί τρόποι της πρωτογενούς διαδικασίας συγγενεύουν σαφώς με τα αρχαϊκά «ειδώλια γονιμότητας», με τον Μιχαήλ-Άγγελο της Capella Sixtina και με την σουρεαλιστική ζωγραφική, με τον βωβό κινηματογράφο (βλ. το διαλεκτικό μοντάζ του Αϊζενστάιν), με τα κινούμενα σχέδια (Tex Avery!), με τα κόμικς... Κοινά εκφραστικά στρατηγήματα αυτών των κωδίκων, η έμφαση μέσω μετάθεσης, οι πολλαπλοί (επι)προσδιορισμοί των μορφών και η εκφραστική ανάγκη απεικόνισης του «θέλω να συμβεί» με το «συμβαίνει».

7.      Αχρονία: Οι εγγραφές του ασυνείδητου (απωθημένα ίχνη της προσωπικής ιστορίας) και οι κατασκευές του (φαντασιώσεις, φορείς της επιθυμίας) θεωρούνται άχρονες και ακατάστρεπτες και, οπωσδήποτε, η χρονικότητα δεν αποτελεί μεταβλητή που επεμβαίνει στη συστατικά συγχρονική σύνταξη των ασυνείδητων δρωμένων. Ακόμη και η ροή ή η διαδοχή, ως αφηγηματική σχέση (π.χ., στο όνειρο), δεν απεικονίζει χρονική αλληλουχία ή συσχέτιση, ιδίως με την έννοια της ιστορικής ή αιτιώδους διαδοχής. Έτσι, π.χ., στο όνειρο το αποτέλεσμα μπορεί να εμφανίζεται πριν την αιτία και το δέντρο πρώτα να μαραίνεται και να καίγεται και μετά να προσφέρει καρπούς και σκιά (σενάριο που θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει επιθυμητική αλληγορία για την τύχη «εκείνου που με δυσαρέστησε και με πρόδωσε», παραπέμποντας ενδεχομένως στη συκιά που καταράστηκε ο Ιησούς και στην οποία κρεμάστηκε ο Ιούδας...). Παρόμοια, ο ονειρευόμενος (όπως κι εκείνος που ονειροπολεί ή γράφει ποιήματα ή έχει οράματα...) μπορεί να εμφανίζεται στη σκηνή του ονείρου του σε διάφορες ηλικίες ή ταυτόχρονα ή χωρίς καμία δέσμευση ως προς τη χρονολογική αλληλουχία (π.χ. ξεκινά από «όταν τελείωσα την Αρχιτεκτονική», περνά σε κάτι που έγινε μετά 10 χρόνια, επιστρέφει «στα φοιτητικά χρόνια», ύστερα «στη δευτέρα γυμνασίου», μετά «όταν έγινε ο γάμος του φίλου τάδε», από εκεί «στο δημοτικό» κτό.)

Γενικά, η σημειωτική παραγωγή της πρωτογενούς διαδικασίας αντιστοιχεί, σε επίπεδο δομής, σε μετασχηματισμούς της στοιχειώδους δομής της φαντασίωσης και σε επίπεδο μορφής, σε πολύτροπες σκηνικές διατυπώσεις (και αναδιατυπώσεις) του ρεπερτορίου φαντασιώσεων που εντάσσονται στην ψυχική πραγματικότητα του υποκειμένου[10].

Ειδικότερα, ο αφηγηματικός τρόπος της πρωτογενούς διαδικασίας (με κάλλιστο μοντέλο το όνειρο) αντιστοιχεί στη διάρθρωση της μυθοπλασίας, της fiction (μίγμα αναμνήσεων, γνώσεων και επινοήσεων, με οργανωτή και οδηγό τις σκοπιμότητες της φαντασίας και ελεύθερη κίνηση στον χωροχρόνο) και όχι στην ιστορική καταγραφή «δίκην χρονικού» (ή με τον τρόπο της κάμερας παρακολούθησης σε μια τράπεζα...). Διατρέχει, με πολλούς βαθμούς ελευθερίας, ένα πλέγμα παραστάσεων και δρωμένων, χωρίς να δεσμεύεται από την πραγματολογική ή λογική αλληλουχία τους (βλ. π.χ. τις «Άγριες φράουλες» του Μπέργκμαν ή την «Αναζήτηση του χαμένου χρόνου» κατά Προυστ). Αντιστοιχεί στην εκ των υστέρων κατασκευή μιας συνολικής (ή, έστω, ευρύτερης) νοητικής παράστασης, όπως εκείνη που προκύπτει από τον αρχιτεκτονικό περίπατο στο κέντρο της Ρώμης, π.χ., ή στο ναό του Σεν-Ζερμέν σε ώρα συναυλίας μουσικής δωματίου μέσα και παραστάσεων πλανόδιων καλλιτεχνών στον περίβολο... Ή από τον εικαστικό περίπατο στο Λούβρο ή στην Καπέλα Σιξτίνα. Η χρονική σειρά συνάντησης με τις εντυπώσεις και τις φυσικές ή εικαστικές παραστάσεις προσλαμβάνει κατά τρόπο προσωπικό, και σε κάποιο βαθμό συγκυριακό ή τυχαίο, τη βαθύτερη δομική ενότητα, αλλά δεν την απεικονίζει γραμμικά. Έτσι και στο όνειρο, π.χ., συναντάμε αφηγηματικές λογικές, που σκηνοθετούν (με ιδιαίτερους εκάστοτε τρόπους) τη βαθύτερη δομή της φαντασίωσης (Υ-Π-Α = Υποκείμενο/Πλοκή με ευτυχή κατάληξη/Αντικείμενο), με βάση υλικά, περιστάσεις και επινοήσεις ανεξάντλητα ως προς την ποικιλομορφία τους: Ο «σημειωτικός γενότυπος» της φαντασίωσης αποδίδεται πολύτροπα και πολυσήμαντα στο επίπεδο του «σκηνικού φαινότυπου», όπως π.χ. η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή αποτελεί αντικείμενο μιας απειρίας σκηνικών ανεβασμάτων...

 

Έτσι λοιπόν, η σημειωτική παραγωγή της πρωτογενούς διαδικασίας τροφοδοτεί την αντιληπτική περιδιάβαση ενός συγχρονικού σκηνικού πανοράματος, όπου όλα τα στοιχεία και οι μεταξύ τους σχέσεις (η πρωταρχική ασυνείδητη σκέψη, το πρωτότυπο του ασυνείδητου κειμένου), όταν φτάνουν στο πεδίο της υποκειμενικής αντίληψης, κατά κανόνα είναι περισσότερο ή λιγότερο μετασχηματισμένα, αντιπροσωπεύοντας μια παράφραση του ασυνείδητου πρωτότυπου όπως το έκδηλο περιεχόμενο προκύπτει μέσω παραμόρφωσης του λανθάνοντος περιεχομένου του ονείρου. Η συστατική αχρονία του ασυνείδητου, η ευστάθεια της στοιχειώδους δομής της φαντασίωσης και η εξ αυτής συγχρονική διατύπωση των εκφερομένων συνεπάγεται ότι η αφηγηματική ροή είναι αποσυνδεδεμένη από τη νοηματική συνοχή. Συχνότατα μάλιστα, στο όνειρο, η ανάδυση του νοήματος απαιτεί πολλαπλές αντιστροφές θέσεων, λειτουργιών, ενεργειών ή χρονικής αλληλουχίας. Π.χ. κάποιος ονειρεύεται ότι «περιφέρεται μόνος σε ένα έρημο σιδηροδρομικό σταθμό και ύστερα βρίσκεται μέσα σ’ ένα τρένο μαζί με εκείνη που αγαπούσε και με την οποία χώρισε, γιατί ο ίδιος χρειάστηκε να φύγει μακριά κλπ. κλπ.» (πολλαπλές αντιστροφές, μαζί και ως προς τη χρονικότητα).

Καθώς η χρονικότητα δεν μετέχει, λοιπόν, στη διατύπωση των λογικών σχέσεων, στο πλαίσιο της πρωτογενούς διαδικασίας, η παραστατική, εικαστική, πλαστική χωρικότητα αποτελεί προνομιακό κώδικα διατύπωσης τέτοιων σχέσεων ως προς τις σκηνικές εκφάνσεις της φαντασίωσης.

 

 

Σημειωτική λειτουργία της χωρικότητας στην πρωτογενή διαδικασία

 

          Έτσι, η χωρικότητα είναι μείζων τελεστής (operator) ως προς τη λογικο-φαντασιωσική διατύπωση που συντάσσει η πρωτογενής διαδικασία. Καθώς μάλιστα η πρωτογενής διαδικασία δεν διαθέτει ιδιαίτερα συντακτικά μορφώματα, όπως το μόριο «δεν» της άρνησης, οι σύνδεσμοι και οι προθέσεις (και, αλλά, αν, διότι, καθώς, σαν, μολονότι, αντί, συν, προς, ή-ή...), προσφεύγει, όπως και οι εικαστικές τέχνες, στην απόδοση των λογικών σχέσεων με άλλους τρόπους[11], όπου η χωρικότητα κατέχει προνομιακή θέση. Ο τρόπος με τον οποίο ο Ελ Γκρέκο («Το μαρτύριο του Αγίου Μαυρικίου», «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ»...) ή ο Μιχαήλ-Άγγελος («Η δημιουργία του ήλιου, της σελήνης και των φυτών», «Το προπατορικό αμάρτημα»...) εφευρίσκουν τρόπους εικαστικής εκφοράς λογικών σχέσεων, όπως ιστορική διαδοχή, λογική συνεπαγωγή, αιτιακή συνάφεια, το ερώτημα «Ποιός το έκανε;» κλπ., χωρίς χρήση λεκτικών ή άλλων πάγιων συντακτικών σημειωτικών μορφημάτων, με προσφυγή στη συγχρονική χωρικότητα της διδιάστατης ζωγραφικής απεικόνισης, δείχνει απτά την καίρια λειτουργία και τη γόνιμη επάρκεια της χωρικότητας στο πλαίσιο της σημειωτικής της πρωτογενούς διαδικασίας.

          Έτσι, λοιπόν, στο όνειρο και, γενικότερα, στις ασυνείδητες διεργασίες, η χωρικότητα δεν αναφέρεται απλώς στην περιγραφική διάσταση του εκτατού και/ή στη δομή και λειτουργία του φέροντος ή του περιέχοντος, αλλά λειτουργεί και «σκηνικά», σημειωτικά είτε ως σύνολο σημαινόντων στοιχείων, είτε ως τροπικότητα (modality) διατύπωσης λογικο-φαντασιωσικών σχέσεων και συναρτήσεων. Δηλαδή, η χωρικότητα δεν αποτελεί αδρανές έκδοχο των δρωμένων, αλλά ενεργή συνιστώσα του κώδικα της πρωτογενούς διαδικασίας.

          Συνοπτικά, η χωρικότητα ως συστατικό της πρωτογενούς διαδικασίας λειτουργεί υπό τρεις εκφάνσεις:

  1. Ως σημαίνον σημειωτικό υλικό π.χ. η παράσταση «παραλία», «κόλπος», «σπίτι», «οδός Τάδε», «πλατεία σαν του de Chirico», που σημαίνει (ενδεχομένως) «γεωγραφικός τόπος», «γυναικείος κόλπος», «σώμα», «μια συγκεκριμένη εμπειρία που έζησα στην οδό Τάδε» (μνημειακό ίχνος), «μαρμαρωμένη μελαγχολία (Stimmung) μιας ύπαρξης φασματικής», κτό. (Τα σημαινόμενα προκύπτουν όχι από συμβατικές, απρόσωπες συσχετίσεις, αλλά μέσα από τα προσωπικά σημειωτικά πλέγματα του υποκειμένου που χρησιμοποιεί τα ως άνω σημαίνοντα και εντοπίζονται μέσω πρόσφορων προσεγγίσεων, όπως ο ελεύθερος συνειρμός). Ας σημειωθεί ότι η κεντρική δύναμη κάθε ονείρου είναι μια δραστηριότητα της φαντασίας που εργάζεται με συμβολισμούς μια συμβολοποιούσα φαντασία[12]. Ιδιαίτερα εύγλωττη είναι η προσφυγή της φαντασίας σε πλαστικά σύμβολα για την απεικόνιση της σωματικότητας, όπως:
  2. Ως σημειωτής σημαντής), δηλαδή φορέας ή παραγωγός προσδιορισμών και ενδείξεων σήμανσης που καθιστούν δυνατή την ανάδειξη της προσωπικής σημασίας ενός συγκεκριμένου σημειωτικού συνόλου (π.χ., της τάδε σκηνής ενός ονείρου). Ως σημειωτής/σημαντής, η χωρικότητα εμφανίζεται με τρεις κύριες μορφές:
  3. Ως κωδικοποιητής, ήτοι σύστημα σημειωτικών πράξεων που καθιστούν εφικτή τη διατύπωση λογικο-φαντασιωσικών σχέσεων και συναρτήσεων με όρους χωρικότητας. Τέτοιες σχέσεις και συναρτήσεις μπορούν να είναι οι εξής: Συνταύτιση, εξομοίωση, υποκατάσταση, διαφοροποίηση, αλληλοαποκλεισμός, εγγύτητα ή απόσταση (νοηματική, συνειρμική, συναισθηματική...), αιτιότητα, συνεπαγωγή, υποθετικός λόγος, έμφαση/υποβάθμιση, αξιολογική κρίση (όπως και υπαρκτική κρίση ή κρίση απόδοσης) κλπ.

 

 

Σημειωτικές εκφάνσεις της χωρικότητας στην πρωτογενή διαδικασία

 

          Από την ανεξάντλητη γκάμα δυνατών χρήσεων και τρόπων αξιοποίησης της χωρικότητας στην πρωτογενή διαδικασία (όπως και στις τέχνες...), μπορούμε να απαριθμήσουμε ορισμένες ιδιαίτερα χαρακτηριστικές (ενίοτε μερικώς αλληλοεπικαλυπτόμενες):

 

 

Τροφή για σκέψη

 

 

Προφανώς, η κύρια υπόσταση του χώρου στην πρωτογενή διαδικασία αντιστοιχεί στον παρεστιγμένο χώρο. Τι συμβαίνει με τον άστικτο και με τον εστιγμένο χώρο σ’ αυτό το πλαίσιο;

 

 

Για μία «νέα χωρικότητα»;

 

Ίσως είναι καιρός να διερευνηθεί σε βάθος και η ασυνείδητη εμπειρία, παράσταση και λειτουργία του χώρου. «Αυθόρμητα» (δηλαδή χωρίς ρητή και αυστηρή προσφυγή στην ψυχαναλυτική εννοιολογία), η διάσταση αυτή η ασυνείδητη χωρικότητα δεν έχει διαφύγει της προσοχής και έχει αξιοποιηθεί από την αρχιτεκτονική, ενίοτε εντατικά (βλ. π.χ. θρησκευτική, μνημειακή ή προπαγανδιστική αρχιτεκτονική ¾ πολιτική ή εμπορική...).

 

 



[1] Βλ. Ν. Σιδέρης, Η εσωτερική διγλωσσία, Καστανιώτης 1995

[2] J.L. Austin, How to do things with words, Oxford University Press, 1962

[3] Σ. Φρόιντ, Το ασυνείδητο, στα Δοκίμια μεταψυχολογίας, Καστανιώτης 1980

[4] Anthony Wilden, Système et structure, Boréal Express, Montréal 1983

[5] Βλ. Η εσωτερική διγλωσσία (όπ. παραπ.)

[6] Εισαγωγικές διαλέξεις για την ψυχανάλυση, 1916-17, Standard Edition, τ. 15, σελ. 231

[7] Βλέπε εκτενείς συζητήσεις περί των μηχανισμών αυτών στην Ερμηνεία των Ονείρων, του Σ. Φρόιντ

[8] Βλ. A. Green, Le langage dans la psychanalyse, στο Langages, Les belles lettres, Paris 1984,

καθώς και A. Wilden (όπ. παραπ.) και Εσωτερική διγλωσσία (όπ. παραπ.)

Βλέπε ακόμη: Σ. Φρόιντ, Η Ερμηνεία των Ονείρων, καθώς και τις Εισαγωγικές διαλέξεις για την ψυχανάλυση («7. Έκδηλα και λανθάνοντα στοιχεία»)

[9] Σ. Φρόιντ, Εισαγωγικές διαλέξεις για την ψυχανάλυση (όπ. παραπ.)

[10] Γι’ αυτά τα θέματα, βλ. Ν. Σιδέρης, Αρχιτεκτονική και φαντασίωση, στο site www.ntua.gr/archtech

[11] Σ. Φρόιντ, Η ερμηνεία των ονείρων, σελ. 280

[12] Σ. Φρόιντ, Ερμηνεία των ονείρων, σελ. 99